Όπως αναφέρει, «οι παραιτήσεις είναι ελάχιστες και αφορούν κυρίως νησιά και τουριστικές και απομακρυσμένες περιοχές, όπου ο μισθός των αναπληρωτών δεν επαρκεί, αλλά και το θέμα της στέγης «καίει», αφού δεν υπάρχει ικανός αριθμός διαθέσιμων σπιτιών και ακόμη και αν υπάρχουν, το κόστος ενοικίου είναι απαγορευτικό».
Σημειώνει δε ότι «Ελάχιστες είναι οι περιπτώσεις παραιτήσεων στον νομό Λάρισας και συνήθως συντρέχουν σοβαροί λόγοι για να το κάνει κάποιος, αφού γνωρίζει εκ των προτέρων ότι η ποινή θα είναι αποκλεισμός από πρόσληψη και την επόμενη χρονιά. Φυσικά το υψηλό κόστος ζωής και οι δυσκολίες εύρεσης στέγης μπορεί να φέρουν σε αδιέξοδο έναν αναπληρωτή εκπαιδευτικό που ο μισθός του είναι κάτω από 900 ευρώ καθαρά».
Το Υπουργείο Παιδείας την περασμένη Δευτέρα ανακοινώνοντας τις προσλήψεις 8.723 προσωρινών αναπληρωτών, παραδέχθηκε ότι «δεν κατέστη εφικτή η κάλυψη 483 κενών θέσεων», λόγω «περιορισμένου ενδιαφέροντος από τους ενταγμένους στους πίνακες του ΑΣΕΠ υποψηφίους». Από αυτούς οι 350 θέσεις αφορούν δασκάλους πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης και ειδικής αγωγής. Πλάι σε αυτούς έχουν προστεθεί πάνω από 180 «ανακλήσεις πρόσληψης» αναπληρωτών, που είτε δεν παρουσιάστηκαν να αναλάβουν υπηρεσία ή πήγαν και ήδη παραιτήθηκαν.
ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΓΙΑ ΚΕΝΑ
ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΛΛΗΛΗ ΣΤΗΡΙΞΗ
Τα κενά στην παράλληλη στήριξη αναδεικνύονται σε μείζον θέμα για την εκπαιδευτική κοινότητα, αλλά και τους γονείς παιδιών που βρίσκονται αντιμέτωποι με μια εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση. Ο κ. Παπαποστόλου, επισημαίνει πως ο σύλλογος έχει διαμαρτυρηθεί από την πρώτη στιγμή για την απόφαση του Υπουργείου Παιδείας να περικόψει τον αριθμό των εκπαιδευτικών που προσλαμβάνονται για παράλληλη στήριξη -ακυρώνοντας στην πράξη τις διαγνώσεις των ΚΕΔΑΣΥ- με αποτέλεσμα ακόμη περισσότεροι μαθητές να μείνουν χωρίς εξατομικευμένη παράλληλη στήριξη. Αυτή τη στιγμή όπως λέει τα κενά στην παράλληλη στήριξη ανέρχονται σε 60, καθώς στη β’ φάση καλύφθηκαν μόλις 10. «Τα παιδιά δεν μπορούν να θυσιάζονται στο όνομα του «εξορθολογισμού» και της σωστής διαχείρισης. Όταν ένας εκπαιδευτικός ειδικής αγωγής δεν μπορεί να προσφέρει εξατομικευμένα τις υπηρεσίες του, τότε χαμένοι είναι όλοι. Πρώτα απ’ όλα τα παιδιά που δεν λαμβάνουν την ποιότητα της εκπαίδευσης που τους αξίζει, αλλά και οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί που καλούνται να διαχειριστούν μαθητές και μαθήτριες από διαφορετικά τμήματα με διαφορετικές ανάγκες» καταλήγει.