Μέσα σ’ αυτές τις αντιπαλότητες, προστέθηκε και ένα άλλο αστάθμητο γεγονός. Στις αποκριάτικες εκδηλώσεις του Βόλου τον Φεβρουάριο του 1909 η επιτροπή των εκδηλώσεων είχε την έμπνευση, κατά την παρέλαση των αρμάτων, να προσθέσει και έναν γαϊδουράκο ντυμένο κατάλληλα, φορώντας στο κεφάλι του ημίψηλο καπέλο και έχοντας κρεμασμένη την πινακίδα «Λαρισαίος Ταξειδιώτης». Το γεγονός αυτό εξήγειρε τους Λαρισαίους πολίτες που βρέθηκαν στον Βόλο. Και ήταν πολλοί γιατί η Λάρισα δεν είχε τέτοιες σπουδαίες αποκριάτικες εκδηλώσεις. Εγκατέλειψαν αγανακτισμένοι την παρέλαση και κατευθύνθηκαν ομαδικά στον θεσσαλικό σιδηρόδρομο για να επιστρέψουν πάραυτα στη Λάρισα. Φθάνοντας στην πόλη διέδωσαν το γεγονός και αυθόρμητα έγιναν διάφορες συγκεντρώσεις και συλλαλητήρια για την «προσβολή» της πόλης από τους γείτονες. Πρωτοστατούσαν οι τοπικές εφημερίδες και κυρίως η «Μικρά» του Θρασύβουλου Μακρή, από την οποία αντιγράφω επί λέξει ένα δηκτικό άρθρο κατά του Βόλου με τίτλο: Η ΒΟΛΙΩΤΙΚΗ ΛΥΣΣΑ, διατηρώντας την ωραία γλώσσα του αρθρογράφου της εποχής:
«Πρωτοφανής σάτιρα του αιώνος τούτου, μαρτυρούσα το ποταπόν και ευτελές των αισθημάτων των κατοίκων της πόλεως Βόλου, παρήλασε την παρελθούσαν Κυριακήν, εν μέσω χειροκροτημάτων της επιτροπής και του κοινού του Βόλου, γνωστών επί φιλοτιμία και φιλοξενία!
Από του παρελθόντος θέρους, ότε η λειτουργία του Λαρισαϊκού σιδηροδρόμου ήρξατο, οι καλοί γείτονες Βολιώται βλέποντες την πόλιν των καταπίπτουσαν ολοταχώς, προέβησαν εις διάφορα σπασμωδικά μέτρα, όπως αναχαιτίσωσιν την οικτράν αλλά δικαίαν κατάπτωσίν των, αναστήσωσιν δε και πάλιν τον Βόλον των. Αλλά δυστυχώς μεθ΄ όλα τα διαβήματά των, μωρίαν οφλισκάνουσιν [αποκτούν φήμη ανοήτων].
Είχον την αξίωσιν οι αξιότιμοι Άραβες, να καταποντήσωσι την Λάρισσαν και σύμπασαν την Θεσσαλίαν μετά της Ν. Μακεδονίας. Διατί; Δια τον Βόλον και μόνον δι’ αυτόν! Ηξίωσαν οι λογικοί αυτοί άνθρωποι, προ ουδενός λογίζοντες ύψιστα του Έθνους συμφέροντα, δια τον καϋμένον Βόλον, να μη γίνη ο διεθνής σιδηρόδρομος. Άπαξ όμως απεφασίσθη και δεν ηδυνήθησαν οι ιθύντορες [ηγέτες] του Βόλου όπως ο διάμεσος ενωτικός κεντρικός σταθμός γίνη εν Βόλω, ίνα ούτω συνδεθή, γενομένης, κατά τον πολύν νουν των Βολιωτών, υπό θάλασσαν σήραγγος μεταξύ Βόλου και Θεσσαλονίκης και ούτω ενωθή η Ελλάς μετά της Τουρκίας και της λοιπής Ευρώπης! Αφού όμως και τούτο δεν ηδυνήθησαν, λυσσωδώς προσεπάθησαν όπως δια παντός άλλου μέρους διέλθη ο διεθνής ή δια Λαρίσσης! Έβλεπον οι δυστυχείς –διότι διεκρίνοντο επί διορατικότητι – την μοιραίαν κατάπτωσίν των, ηγωνίζοντο αγώνα απελπισίας. Συνηθισμένοι ως απορροφητική αντλία ν’ απομυζώσι τον ιδρώτα του ευγενούς λοιπού θεσσαλικού λαού επί δεκάδας ετών, στερηθέντες δε του αίματός μας, κατελήφθησαν υπό μανίας καταδιώξεως και εν τη λυσσώδη ταύτη μορφή του ανιάτου πάθους των, εξήμεσαν την παρελθούσαν Κυριακήν ό,τι μέχρι τούδε δολοφονικώς υπέθαλπον εν τη ευγενή ψυχή των!
Εσατύρισαν τον Λαρισσαίον, τον ευγενή και φιλειρηνικόν αυτόν λαόν, όν πάντες οι αρχαίοι ημών πρόγονοι εξύμνησαν ως τοιούτον, κατά τρόπον καπηλικώτατον και χυδαιότατον, όν αμφιβάλλομεν αν δύναταί τις και παρά τοις αγρίοις λαοίς ν’ ανεύρη. Παρέστησαν υπό μορφήν όνου, ενδεδυμένου στολήν και υψηλόν πίλον, τον Λαρισσαίον ταξειδιώτην, παρ’ ού επί σειράν ετών εσιτίσθησαν και σιτίζονται. Ύβρισαν αναισχύντως και ήκιστα κολακευτικώς οι εν Αιθιοπία βιώσαντες, ολόκληρον κοινωνίαν! Δεν εδίστασαν τα μέλη της επιτροπής του καρναβάλου να επιτρέψωσι την παρέλασιν της ατιμωτικής ταύτης σάτυρας, μέσω των οδών των Αιγυπτιακών [1] μεγάρων και να γελάσωσι Σαρδωνίως [2] μετά του όχλου του Βόλου, την μωράν και αηδεστάτην διανοητικήν σύλληψιν της μασκαράτας εκείνης…
Οικτείρωμεν τους ανθρώπους αυτούς από των στηλών τούτων, διερμηνεύοντες δε την εξεγερθείσαν κοινήν γνώμην ου μόνον της Λαρίσσης, αλλά και της Θεσσαλίας απάσης, αισθανόμεθα φρίκην και αποστροφήν δια την κατάπτυστον ταύτην πράξιν, αποδοκιμάζομεν αυτούς και καλούμεν τους συμπολίτας μας, ίνα εν ονόματι της τιμής της πόλεώς μας, τιμωρήσωσιν επαξίως και αυστηρώς τους γείτονας του Βόλου.
Μας επιβάλλεται να συνεχίσωμεν και αυξήσωμεν ό,τι σήμερον εν δικαία αγανακτήσει επράξαμεν, αρξάμενοι από τας εφημερίδας του Βόλου. Θα είμεθα δε οι πλέον αφιλότιμοι άνθρωποι εάν δεν εξακολουθήσωμεν να τοις αποδείξωμεν ότι κυκλοφορώσιν εν τω αίματί μας ευγενέστερα ερυθρά αιμοσφαίρια από τα των Βολιωτών»[3].
Εδώ πρέπει να προσθέσουμε ότι και το κύριο άρθρο στην πρώτη σελίδα του ίδιου φύλλου της εφημερίδας «Μικρά», το οποίο συνήθως έγραφε ο εκδότης και διευθυντής της Θρασύβουλος Μακρής, αναφέρεται στο γεγονός του καρνάβαλου του Βόλου και τελειώνει με τα εξής προφητικά λόγια: «Αλλ’ είναι ανάγκη να ζητηθεί η συγγνώμη αύτη [εκ μέρους των Βολιωτών]… άλλως πόλεμος αιώνιος και κληρονομικός θα διαιρή τας δύο πόλεις επ’ άπειρον». Επ’ αυτού, οι κατά καιρούς εχθρικές σχέσεις των πόλεων Λάρισας και Βόλου επιβεβαιώνει τον διορατικό αυτόν δημοσιογράφο.
————————————————————-
[1]. Η συνεχής αναφορά για τους Βολιώτες περί Αιθιοπίας, Αιγύπτου, κ.λπ., πιθανόν να έχει σχέση με το γεγονός ότι πολλοί κάτοικοι του Βόλου και των χωριών του Πηλίου μετανάστευσαν μαζικά στη χώρα του Νείλου στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα, όπου και πρόκοψαν.
[2]. Σαρδόνιος γέλως. Η λέξη προέρχεται από το φυτό Sardonia herba (χόρτο της Σαρδηνίας), η χρήση του οποίου προκαλεί νευρικό γέλιο. Γι’ αυτό και σαρδόνιος γέλως σημαίνει πικρό, ειρωνικό, σαρκαστικό γέλιο.
[3]. Βλέπε εφ. «Μικρά», 12 Φεβρουαρίου 1909, αρ. φύλλου 388, σελ. 4. Το κείμενο υπογράφει ο Α. Δ.