Όπως εξήγησε, το κτίσμα χρησιμοποιήθηκε ως χώρος αποθήκευσης πυρίτιδας στα χρόνια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και αργότερα μετατράπηκε σε χώρο φυλάκισης και μαρτυρίου των Θεσσαλών αγωνιστών που εναντιώθηκαν σθεναρά στους Ιταλούς και Γερμανούς την περίοδο 1941-’44 του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Πάνω στους τοίχους του μουσείου «ακούμπησαν» και φυλακίστηκαν εκατοντάδες επώνυμοι και ανώνυμοι αγωνιστές και αγωνίστριες του λαού, δίνοντας το αίμα και τη ζωή τους.
Ακολούθως, ο διευθυντής των Εκπαιδευτικών Μονάδων του Σωφρονιστικού Καταστήματος Λάρισας, Γιώργος Τράντας, παρουσίασε την ιστορία των φυλακών της Λάρισας, όπως καταγράφεται σε πηγές από τα μέσα του 18ου αιώνα μέχρι σήμερα.
Αναφερόμενος στις παλιές φυλακές, από τις οποίες γινόταν η ξενάγηση, ο κ. Τράντας ανέφερε ότι οι φυλακές της Ιουστινιανού λειτούργησαν από την αρχή της γερμανικής κατοχής, όταν ο βομβαρδισμός του ‘41 κατέστρεψε τις προηγούμενες που λειτουργούσαν στο τέρμα της Βενιζέλου από τις αρχές του 20ού αιώνα, μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ‘80 όταν μεταφέρθηκαν στο σημερινό κτίριο. Εκεί, κρατήθηκαν ποινικοί και πολιτικοί κρατούμενοι.
«Η εικόνα του σωφρονισμού κάθε εποχή είναι και εικόνα του πολιτισμού μας. Ως, εκ τούτου, η ιστορία των φυλακών είναι εικόνα και της τοπικής ιστορίας», κατέληξε ο κ. Τράντας. Τέλος, ο κ. Ρεμπάπης ξενάγησε τους έγκλειστους στην έκθεση του Μουσείου, η οποία «εξιστορεί» εικονικά, γεγονότα της Εθνικής Αντίστασης στη Θεσσαλία.
Τα αντικείμενα της συλλογής παρουσιάζουν τον τρόπο ζωής των ανδρών και γυναικών, που παρά το διαφορετικό μορφωτικό επίπεδο, την καταγωγή, ηλικία και κοινωνική προέλευσή τους, κατάφεραν ισότιμα ν’ οργανωθούν αποτελεσματικά σε ομάδες, με στόχο την απελευθέρωση της πατρίδας από τις ξένες Δυνάμεις των Γερμανών και Ιταλών, μέχρι την τελική νίκη των Συμμάχων στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. «Το Μουσείο αναδεικνύει την τοπική ιστορία, κρατώντας τη μνήμη ζωντανή, ως ένα κομμάτι της πολιτιστικής κληρονομιάς της Λάρισας», τόνισε ο υπεύθυνος του Μουσείου.