Του Κ. Γκιάστα
Φωτ. Β. Ντάμπλης
Ένα τρίγωνο, μια μεζούρα, μία κιμωλία, ένα καρφιτσερό στο χέρι και γυαλιά μυωπίας χαμηλά στη μύτη. Ώρες αμέτρητες, νύχτες ατελείωτες και χρόνια συνεχόμενα πάνω από ένα πατρόν και χιλιάδες μέτρα υφάσματος. Το σίδερο βαρύ σχεδόν δέκα κιλά και το τσιγάρο στο τασάκι ακόμα πιο πολύ. Σκέτο και ελληνικό.
Αναμνήσεις σε μια ξεχασμένη βιτρίνα και τελευταίες καλημέρες σε έναν κεντρικό πεζόδρομο της πόλης. Ο κ. Χρήστος που αποτελεί έναν από τους τελευταίους παλιούς ραφτάδες (ράπτες για άλλους) της Λάρισας ετοιμάζεται να πει και αυτός το δικό του επαγγελματικό αντίο μα πριν το κάνει βρίσκει την ευκαιρία να πει: «Υπάρχει μια λαϊκή ρήση που λέει: βγήκε μανίκι η δουλειά. Ξέρεις τι σημαίνει αυτό; Πως ήταν πολύ δύσκολη και βγήκε για τους ραπτάδες. Τόσο δύσκολο ήταν το επάγγελμά μας, όσο και το ίδιο το μανίκι. Μπορεί να το κάνεις με τη μία και να ταιριάζει και μπορεί να παιδεύεσαι ώρες ολόκληρες και να μην τα καταφέρνεις».
Γυρνάει, μας δείχνει τα πατρόν και ανατρέχει στο παρελθόν: «Ξεκίνησα το 1957. Δούλευα σαν υπάλληλος στο χωριό Βλάστη Κοζάνης και μετά ήρθα στον Τύρναβο για ένα χρόνο και το 1959 έφτασα εδώ στη Λάρισα. Τότε η Λάρισα ήταν ένα χωριό αφού η Ηρώων Πολυτεχνείου ήταν ένα αυλάκι».
Παίρνει μια τζούρα, κλείνει τα μάτια και συνεχίζει: «Το επάγγελμά μας ήταν από το πρωί μέχρι το πρωί δουλειά. Καθόμασταν και τα βράδια συνέχεια. 2, 3, 4 το πρωί ήταν κάτι το συνηθισμένο. Κανένας δεν τα έπαιρνε έτοιμα τότε. Όλοι τα έραβαν. Τα έφτιαχναν σε εμάς. Όλα στο χέρι. Βελονιά στη βελονιά».
Τον ρωτάμε για λεφτά και τις συνθήκες εργασίας, «άστα μην τα ρωτάς. Όταν έφυγα για φαντάρος έπαιρνα μόλις 25 δραχμές. Τότε η Λάρισα ήταν γεμάτη από ραφτάδες. Το μόνο καλό που είχε ήταν πως ήμασταν καθαροί. Εμείς και οι δημόσιοι υπάλληλοι φορούσαμε γραβάτα και ήμασταν καθαροί.
Το άλλο που έχει το επάγγελμα είναι πως δεν σε αφήνει να πεινάς. Από τη στιγμή που τώρα δεν έχεις να φτιάξεις ρούχα θα ασχοληθείς με τις επιδιορθώσεις. Σήμερα το επάγγελμα τελείωσε. Σε όλη την πόλη παλιά ήμασταν 350 και τώρα μετρημένοι στα δάχτυλα. Σακάκια, παντελόνια, γιλέκα. Τα πάντα ράβαμε».
«Και σήμερα; Έρχεται κανένας κ. Χρήστο;»
Τώρα έρχονται μόνο οι δυσανάλογοι και οι μερακλήδες. Μα και αυτοί σχεδόν εξαφανίστηκαν. Το μεράκι θέλει χρήμα και αυτό δεν υπάρχει…